Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

Θα ήθελα να ήμουν ένας από τους ήρωές του και ας δεχόμουν τον πιο ακραίο χλευασμό του, ακόμα και κυνισμό του


Γιώργος Κ. Σταματόπουλος


Το ειρωνικό ύφος διάσπαρτο, στα κείμενα της συλλογής διηγήματων του Βασίλη Καραγιάννη, δεν είναι εύκολη λογοτεχνική υπόθεση. Απαιτεί υψηλό γούστο, λεπτή ψυχολογική εμβάθυνση, γνώση του αντικειμένου ή υποκειμένου, οξεία παρατήρηση, σωκρατική μαιευτική τέχνη, οξύαιχμη επιθετικότητα, διεισδυτικότητα και, κυρίως, βαθειά μεταρσιωτική και μετουσιωτική δεινότητα του συγγραφέα όταν παραδίδει το τελικό προσφόρημά του.
Δεν ανέφερα τη σωστή χρήση της γλώσσας διότι την θεωρώ γεγονός εκ των ων ουκ άνευ για συγγραφείς τέτοιου επιπέδου (αν και συνάντησα δύο – τρία λάθη, οφειλόμενα στον δαίμονα του τυπογραφείου, ελπίζω).
Όσα προανέφερα, ο συγγραφέας τα διαθέτει. Η ειρωνεία, συνοδευόμενη αυτό έναν συνεχή υπόρρητο σαρκασμό, είναι ο τρόπος του να αμύνεται απέναντι στη χυδαία υλοφροσύνη που έχει καταλάβει τους ανθρώπους (ή μήπως, αυτή η χυδαιότητα είναι εγγενής; Θα δούμε.).
Μέσα από την ειρωνεία αναδύονται η συγγραφική του αγωνία αλλά και το κοσμοείδωλό του, ένα κοσμοείδωλο ακραιφνώς δικό του στο οποίο αναμειγνύονται καταιγιστικά η σκωπτικότητα και η τρυφερότητα. Αυτή η ίδια η ειρωνεία τον απελευθερώνει από ηθικοπλαστικά ολισθήματα και από ρομαντικές ή φιλοσοφίζουσες πομφόλυγες. Παραμένει έτσι άπεφθο και λαμπρό–το συγγραφικό ταλέντο να τέρψει, να προβληματίσει, να παιδεύσει.
Το φλερτ του με την ελληνική γλώσσα είναι κυνικό σχεδόν. Της επιτίθεται, την ερωτεύεται, την εκπορνεύει, την κάνει αγία τελικά. Δεν φοβάται να γλωσσοπλάσει, να χρησιμοποιήσει διπλοτυπίες, να ανακατέψει με περισσή άνεση δημοτική και καθαρεύουσα. Το νομικό λεκτικό του υπόβαθρο του παρέχει την άνεση να κυριεύσει το λαϊκό ιδίωμα και να αναδείξει τη διάρκειά του, το λαογραφικό του υπόστρωμα, το παλίμψηστο της νεοελληνικής γλώσσας τελικά.
Η θητεία του στους μεγάλους μας διηγηματογράφους είναι φανερή. Παπαδιαμάντης, Ροΐδης, Βιζυηνός, Σκαρίμπας, μεγάλοι μαστόροι του λόγου, είναι παρόντες στις περιγραφές του.
Θα δοκιμάσω μία, ένα κατ’ ένα, προσέγγιση των διηγημάτων του, με αποκλειστικά δική μου αιτιολογικά σειρά.
Πρώτον από το σπαραχτικό, κατ’ εμέ πάντοτε, «Άνεμος...δηλαδή κατά πως λεν έγινε αέρας». Είναι η ιστορία ενός ταχυδρομικού διευθυντή σε μια επαρχιακή πόλη, που όταν χρησιμοποιεί τη λέξη άνεμος αντί αέρας γίνεται ο περίγελος της μικρής κοινωνίας με αποτέλεσμα να καταλήξει σε δημόσιο ψυχιατρείο. Δοσμένο με εξωφρενικά ουδέτερη στάση του συγγραφέα, που δηλώνει και την εν γένει απόσταση του από τα αφηγούμενα, φέρνει στο φως την «ένυλη, αγία ανία» της ελληνικής επαρχίας, τα αδιέξοδα της, το άλλοθι που αναζητεί εναγωνίως για να καλύψει τη μιζέρια της καθημερινότητας, την απουσία λαχτάρας, ονείρου, νοήματος τελικά. Η λέξη «άνεμος» με την οποία περιγελούν τον ταχυδρομικό διευθυντή, καταντά το λυτρωτικό φετίχ της μικρής πόλης. Εντυπωσιάζει, όπως προείπα, η ουδετερότητα του αφηγητή, και αυτό είναι, νομίζω, από τα μεγάλα του πλεονεκτήματα, συγγραφικό επίτευγμα σπάνιο, θα έλεγα. Καμιά συμπάθεια, αλλά και καμιά ειρωνεία, προς τα πρόσωπα. Αυτοί είμαστε, μοιάζει να λέει και όποιος ευαισθητοποιείται έχει καλώς. Μια έξοχη ανατομία της ελληνικής περιφέρειας, που και σήμερα, βολοδέρνει στο τρώγειν τα συκώτια της, έρμαιο της κρατικής ακηδίας και της έλλειψης πολιτισμικών διεξόδων, άρα και υπαρκτικών.
Δεύτερον, το Χρώμα της Νοσταλγίας για την καταπληκτική σκηνή των γυμνών φαντάρων που προσπαθούσαν να κοιτάξουν με νοσταλγία τη θάλασσα, συμμετέχοντες στα γυρίσματα της Ιφιγένειας του Κακογιάννη. Γυμνών και κουρεμένων στο σώμα, κουρσεμένων στην ψυχή.
Ματαίως προσπαθούν χιλιάδες φαντάροι να δώσουν στις φάτσες τους το σχήμα της νοσταλγίας, αυτό δηλαδή που έχουν διαταχθεί, ήγουν να κοιτάζουν με νοσταλγία προς την Αυλίδα. Η προσωπική θλίψη- επισημαίνει ο συγγραφέας –ανάμεικτη με τη συλλογική στρατιωτική ταπείνωση.
«Αριθμοί ήμασταν όλοι μας- καταλήγει– σε μια παρτίδα ή σε μια Αυλίδα ματαιότητας».
Συμμετέχει ο ίδιος στη σκηνή παραμένοντας όμως σιωπηλός. Διότι κατανοεί την ανοησία, αντιλαμβάνεται ότι οι την τέχνη διακονούντες αδιαφορούν για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του κομπάρσου, του εκόντος – άκοντος κομπάρσου.
Πίσω από την τέχνη κρύβεται η μισανθρωπία, πίσω από την τεχνητή μαγεία η θλίψη.
Τρίτον, το πρώτον, τα Ληστρικά Παραγγέλματα. Σε μια ληστεία που λαμβάνει χώρα στην ελληνική περιφέρεια πάλι, ο ένοπλος ο ληστής κάνει λάθος και αντί για χρηματοκιβώτιο λέει γραμματοκιβώτιο. Μέσα σ’ ένα κλίμα ιλαρότητας καταγγέλλεται ευκόμψως η ανεργία, η οικολογική ανισορροπία η νεοελληνική ελπίδα του χρηματιστηρίου, η αναγωγή των ληστών τραπεζών σε λαϊκούς ήρωες, η αδράνεια της αστυνομίας. Λεπτές νύξεις για τη ληστεία ως κοινωνικού φαινόμενου με υπόλεπτες αναφέρες στην Τουρκοκρατία, στον Άρη Βελουχιώτη, στην οργάνωση 17 Νοέμβρη. Εδώ η ειρωνεία σκληρύνεται αφού «ο δείκτης τιμών καταναλωτού θλίψης συνεχώς ανεβαίνει και οι δείκτες κερδών παραμένων στάσιμοι».
Στο Πάντα με μελαγχολούσαν τα γλέντια των άλλων ο Βασίλης Καραγιάννης μας επιτρέπει να τον πλησιάσουμε περισσότερο μιας και αφειδώς καταθέτει την γνώμη του για τον Διόνυσο που ποτέ του δεν συμπαθούσε. Δίνοντας μας το κλίμα της αναίτιας ευτυχίας τεσσάρων συνδαιτυμόνων, ωμά χωρίς καμιά επιείκεια, μας οδηγεί στην ασυναρτησία του κεφιού του γλεντιού. Η γιορτή –πανάρχαια εξιλαστική συμμέθεξη απέναντι στην ανία και τη βεβαιότητα του θανάτου – παρουσιάζεται εδώ, παραδόξως, σαν ένα παραλήρημα, μια αιματηρή βαρβαρότητα, μια παραίσθηση, σαν μια αίσθηση του ματαίου, τέλος σαν μια αυτοκαταστροφή.
Όπως τονίζει στην κατακλείδα του «τα γλέντια έχουν μέσα τους μια εν γνώσει και απογνώσει διάλυση της φτηνής μας ενίοτε, βιοτής».
Αρνούμαι να συμφωνήσω με τη μελαγχολία του, δεν μπορώ όμως να μην παραδεχτώ τον τρόπο που μεταφέρει το μάταιον ή μάλλον πεπερασμένον της ύπαρξης. Γράφει: «Οι ψυχές είναι σαν πεταλούδες. Τόσο εύθραυστες. Τις πιάνεις και δεν νοιώθεις τίποτε. Διαλύονται στο χέρι σου. Το τρίβεις και μένει μόνο η αίσθηση του ματαίου. Κάτι μεταξύ δεντρολίβανου και βασιλικού». Σέβομαι και υποκλίνομαι στην παρομοίωση του.
Πίσω από την μελαγχολία του, πίσω από την άρνηση στην έκσταση και στη θεϊκή για μένα ικανότητα του να βρισκόμαστε δύο πόντος πάνω από τη γη μέσω της μέθης, κατοικεί η τρυφερότητα, ένα εστετισμός που είναι προϊόν, νομίζω, της δυσπροσαρμογής του στην πικρή αθωότητα του γίγνεσθαι. Αλλά ένας συγγραφέας δικαιολογείται να έχει τη δική του ματιά στην αινιγματική πλοκή του κόσμου.
Στο Ένα κρασί για δύο εντελώς, στηλιτεύεται με το γνωστό πλέον ύφος η θλίψη και η μιζέρια των λεγόμενων εκπολιτιστικών εκδηλώσεων, η θέσπιση των λογοτεχνικών βραβείων ως θεσμού, και κυρίως, η ματαιοδοξία του κάθε ανθρώπου για φήμη -δόξα- εξουσία, πολλώ μάλλον όταν δεν έχει εξουσία, αλλά την ιδιοποιείται και την επικαλείται -γιατί, έτσι νομίζει, μόνον έτσι, μπορεί να υπάρχει ως καταξιωμένο κοινωνικό όν.
Η σατιρική δύναμη του Βασιλικός εν τάφω και μαϊδανός στην τάφρο, είναι εμφανής, υποκύπτει, όμως κατά την ανάπτυξη του διηγήματος από την ευσπλαχνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στη σύζευξη πένθους και άνθους, σ’ έναν τόπο όπου κείνται οι κατοπινοί εαυτοί μας και ανθίζουν βασιλικός και το άρωμα του, μακρινή πιθανώς, ανάμνηση του Σολωμικού «έστησε ο έρωτας χορός με τον ξανθόν Απρίλη». Στέκομαι σ’ ένα οιονεί φιλοσοφικό φθέγγος του συγγραφέα, αρκούντως ξιφήρους για τα καθημερινά πάθη και αδυναμίες. «Η δύναμη της αδύνατης ατομικής εκδίκησης, που γίνεται ορδή αδιέξοδης αγάπης χριστιανικής για όλους, δηλαδή για κανέναν».
Από το Σικελικόν απόδειπνο συγκρατώ ότι «η μόνη πραγματικότητα τελικά είναι η μνήμη» καθώς επίσης και ότι «το κρασί δεν είναι η γεύση, η δροσιά, το άρωμα του.
Είναι οι μνήμες που έρχονται με αυτό. Πίνεις και θυμάσαι τι έζησες, τι δεν έζησες και με ποιους…»
Στις Κολυμβήθρες εν γένει, ξεγυμνώνεται η αυθαιρεσία της θρησκείας πάνω στο αγαθό, αθώο, αφελές και ανερώτητο πλάσμα-άνθρωπος. Ο καταναγκασμός της βάπτισης, αλλά και η πολύ ωραία σύνδεση συμβόλων της θρησκείας με τους οίκους ανοχής, χωρίς ίχνος βλάσφημης διάθεσης.
Στην Εκδρομή στην πρωτεύουσα των προσφύγων, μέσα από ένα απλό ταξίδι, αναδεικνύεται εκτυφλωτικά το τσαλάκωμα της αξιοπρέπειας, ο γαυριασμός των κατεχόντων την παραμικρή εξουσία. Εδώ μας θυμίζει ότι ερήμην διαπράττεται το αδίκημα των ενιαυσίου εκπολιτισμού μας.
Εδώ όμως βρίσκεται, στην κατακλείδα, κι ένα από τα λάθη που είπαν στην αρχή. Σε μια εντυπωσιακή φράση διαβάζουμε. «Δεν μας χρειάζονται εμάς οι πρωτεύουσες. Γενικώς οι δευτερεύουσες σε «εισαγάγουν» στην ουσία». Πρόκειται για πεποίθηση του συγγραφέα που τη συναντάμε και αλλού, όπου τονίζει ότι «οι ελάσσονες ιστοριογράφοι είναι συνήθως οι πλέον ακριβείς στην τοπική ιστοριογραφία, αφού αυτοί διυλίζουν τις ασήμαντες πτυχές της κάθε μεγάλης ουσίας».
Το πιο σκληρό και το πιο δύσκολο ήταν για μένα ο Απόλογος της χλαίνης όπου η προσωπικά συμμετοχή απισχναίνει το χιούμορ, που παύει να είναι καταλυτικό και απλώς υπηρετεί το ύφος του συγγραφέα. Ανηλεής χλευασμός, εξοντωτική προσπάθεια υποβάθμισης μιας δύσκολης περιόδου της νεοελληνικής ιστορίας, του εμφυλίου και του απόήχου του, της ίδρυσης των Ταγμάτων Εθνικής Ασφάλειας. Το λέει άλλωστε και ο ίδιος, περιγράφοντας ένα τσεκούρι: «Κοφτερό και σκληρό όπως οι συνθήκες της μετεμφυλιακής εποχής στην ύπαιθρο».
Σκοτεινή περίοδος, σκοτεινό και το διήγημα. Διαβάζουμε ότι τα μαχαίρια έλαμπαν στη διαλεκτική των αντιθέσεων της μικρής κοινωνίας, ότι οι αντάρτες τον καθάρισαν με τη γνωστή άνεση, για τολ με ανταρτόπληκτους, πατσάς της ειρήνης κ.α.
Ομολογώ ότι επήλθα σε αμηχανία. Την αμηχανία αυτή τη διέλυσε η διαστροφή μου να συγκινούμαι από την ίδια τη γραφή και το γούστο του συγγραφέα, από το λογοτεχνικό του κατόρθωμα να αναδεικνύει το έλασσον σε μείζον, αλλά, παραλλήλως και αντιθέτως να υποβιβάζει το μείζον σε έλασσον.
Είναι από τις μεγάλες του αρετές, ζηλευτή, παραδέχομαι, που θέλει τόλμη και αποφασιστικότητα. Μια άλλη μεγάλη του αρετή που θέλω να επισημάνω είναι η ικανότητα του να σχολιάζει, με βομβαρδιστικές, ενίοτε αναφορές, την ιστορία και την επικαιρότητα. Γράφει υπαινικτικώς για τους Τούρκους, τα Σκόπια, τους πρόσφυγες, τα Βαλκάνια, τη Μακεδονία, θίγει επί το υπαινικτότερον τον εθνικισμό, τη θρησκειοκρατία, την ανίκητη σχεδόν εξουσία των σπλάχνων όλων ημών που μας κυριεύει.
Αμείλικτος κριτής των ανθρώπινων, όμως φαίνεται να το διασκεδάζει με τη μικρότητα και με την άγνοια που μας μαστίζει. Δεν διστάζει να αποκαλεί τον άνθρωπο ανδράποδο, σφυροκοπά χωρίς οίκτο σχεδόν τις αδυναμίες, ανοικτίρμων, ελιτιστής καυστικός, εστέτ, είρων, έως και κυνικός. Αλλά έτσι είναι οι μεγάλοι συγγραφείς. Ο Βασίλης Καραγιάννης έχει το προνόμιο να κινείται με άνεση σε όλη την ελληνική γραμματεία και την δραματουργία, γι’ αυτό αποκαλώ την ειρωνεία του λεπταισθησία, γούστο.
Τολμά με τις έννοιες, τρυγά και δημιουργεί. Πλάθει λέξεις όπως ληστάρχων, ΤΕΑρχων, συζητικός κ.α., παραφράζει παρωδώντας, εκφράζει βιβλικές όπως «αρξάμενος βεργών αδίκων», «τελών εν δικαίω», «βαρυαλγών», «γεγωνυία τη φωνή», «Σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου», «εγκαίνιον, «λυμεώνες». Αρχαιοελληνικές όπως «η κάθαρση δι ελαίου, φόβου και οίνου», «λουκούλευση» «σεσηπός», (κι εδώ είναι ένα άλλο λάθος), «κεχηνότες», κ.α.
Με τόσα λογοτεχνικά εφόδια, απορώ γιατί δεν τολμά ένα μυθιστόρημα ή ακόμα περισσότερα διηγήματα. Είναι από τους ελάχιστους Έλληνες που διαθέτουν το γνήσιο λογοτεχνικό ύφος, λογοτεχνικό ήθος, αν θέλετε. Μήτε νάρκισσο, μήτε επιτηδευμένο, δουλεμένο όμως και σμιλεμένο με φροντίδα και αγάπη για την ίδια τη γλώσσα πρωτίστως αλλά και για τον λόγο του Ηρακλείτου, που ενώ είναι κοινός σε όλους, της φαίνεται ξένος στην καθημερινή συναναστροφή.
Εν κατακλείδι: ο Βασίλης Καραγιάννης, ζει ή επιθυμεί να ζήσει όπως και οι γύρω του, ποιητικά. Θέλει να αποπεζοποιήσει τη ζωή. Δεν γνωρίζω εάν τα καταφέρνει στην κάθε μέρα του, αλλά στο κάθε διήγημα του τούτη η επιθυμία του τελεσφορεί υπέροχα. Θα ήθελα να ήμουν ένας από τους ήρωες του και ας δεχόμουν τα πιο ακραίο χλευασμό του, ακόμη και κυνισμό του. Διότι ο σαρκασμός και η ειρωνεία είναι η μάσκα της τρυφερότητας και της αγάπης προς το έλλογο δίποδο ον. Ελπίζω να έβγαλα έστω και λίγο, αυτή τη μάσκα από την ψυχόνοο δομή του φίλου Βασίλη.
6-11-2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου