Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Νοσταλγία σε τόνους παπαδιαμαντικούς




Της κ. Κούλας Αδαλόγλου

Τι χρώμα έχει η νοσταλγία; Για τον Βασίλη Καραγιάννη, πάντως, όχι το χρώμα της συγκινημένης ωραιοποίησης. Ένα κοίταγμα προς τα πίσω – η νοσταλγία με αυτή την έννοια – οδηγεί τον αφηγητή να δέσει μαζί ανθρώπους και τον τόπο, τον τόπο που παθαίνει από τους ανθρώπους και τους ανθρώπους που πορεύονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο, και να κοιτάξει πιο πίσω, σε παλιότερα χρόνια, επιχειρώντας ένα είδος χρονικού. Η πρωταγωνίστρια πόλη είναι για μια ακόμη φορά, όπως και στα περισσότερα έργα του Καραγιάννη, φορά η Κοζάνη με τις γύρω περιοχές της.
Ο Βασίλης Καραγιάννης γεννήθηκε στη Λευκοπηγή Κοζάνης το 1953, ζει και εργάζεται στην Κοζάνη. Από το 1984 εκδίδει και διευθύνει την πνευματική επιθεώρηση της Κοζάνης Παρέμβαση. Από το 1996 ως το 2003 διετέλεσε διευθυντής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης και του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης. Από τα έργα του, να αναφέρω το μυθιστόρημα Το 6,6 της σκηνοπηγίας, 2001, τη συλλογή διηγημάτων Περιπλάνηση ένδον, 1995, τις αφηγήσεις Οι χάρτες των ονείρων μας, 2002, και τις οδοιπορικές αφηγήσεις Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω, 2007.
Στο βιβλίο του Το χρώμα της νοσταλγίας τα κείμενα ονομάζονται διηγήματα. Θεωρώ ότι ο όρος αφηγήματα αποδίδει καλύτερα το είδος τους, εφόσον ο βασικός σκοπός τους δεν είναι η αυτόνομη πλοκή και η δράση που ξετυλίγεται και ολοκληρώνεται σε ένα κείμενο, αλλά ένας γενικότερος στοχασμός για τα ανθρώπινα και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα που δίνουν την αφορμή για ακτινωτές αναφορές σε διάφορες στιγμές του παρελθόντος αλλά και στο παρόν.
Στα αφηγήματα του Βασίλη Καραγιάννη διασταυρώνονται η πόλη, οι άνθρωποι, ο χρόνος, η ιστορία. Μολονότι και η πόλη και οι άνθρωποι αποτελούν κέντρα της αφήγησης, ο κύριος άξονας είναι τα στιγμιότυπα, όπως προαναφέρθηκε. Μια στιγμή γίνεται η αφορμή, για να γεννηθεί η ιστορία, που δένει το παρόν με το παρελθόν, τις γειτονιές της πόλης μεταξύ τους, τους ανθρώπους που έζησαν εκεί με αυτούς που άφησαν πίσω τους.
Το χιούμορ του Καραγιάννη λοξό, στυφό κάποτε, εμποδίζει τη γλυκερότητα αλλά επιτρέπει τη συγκίνηση. Ανατρέπει καταστάσεις, στρεβλώνει τις εικόνες χωρίς να τις παραμορφώνει. Υποδόριο χιούμορ, γίνεται συχνά αυτοκριτικό κοίταγμα, καυστικό σχόλιο, ειρωνικό πείραγμα για τον τόπο και τους ανθρώπους, που ξέρει να τους αγαπάει, αλλά αυτό δεν εμποδίζει να διακρίνει τα ελαττώματά τους. Να αναφέρω το αφήγημα «Άνεμος…δηλαδή κατά πώς λέν’ έγινε αέρας», το οποίο εξελίσσεται με κινητήριο δύναμη το πικρό χιούμορ παράλληλα με την ιδιόλεκτο του Καραγιάννη σε μια από τις δυναμικότερες εκφορές της.
Οι άλλες πόλεις. Δύο από τα αφηγήματα («Επιδρομή στην πρωτεύουσα των προσφύγων» και «Ένα κρασί για δύο εντελώς») αναφέρονται στη Θεσσαλονίκη, όπως γίνεται εξάλλου φανερό και από τον τίτλο του πρώτου αφηγήματος που παραπέμπει στον Γ. Ιωάννου. Στη Θεσσαλονίκη που ο αφηγητής δηλώνει ότι έζησε τα φοιτητικά του χρόνια – και ο συγγραφέας όντως εκεί πέρασε τη φοιτητική ζωή. Η Θεσσαλονίκη, ωστόσο, δεν έχει γλυκό χρώμα νοσταλγίας. Μάλλον με χρώματα θλιμμένα παριστάνεται. Η διάψευση ίσως που επιφυλάσσει ο γυρισμός σε μέρη που ζήσαμε κάτω από άλλες συνθήκες. Και η απωθητικότητα της μεγαλούπολης, σίγουρα («Αλλά Οκτώβριος ήταν περίπου[…]κι είναι τώρα ένα πανηγύρι θλιμμένων χρωμάτων. Το κίτρινο σε όλες του τις αποχρώσεις.. το ζωηρό, το σάπιο, το ημισεσιπώς θαμπό, η γνήσια ώχρα, το βυζαντινό κεραμιδί, τα καφέ της γης […], σ.25). Σε ένα τρίτο αφήγημα («Λεωφορείον το πάθος») η Θεσσαλονίκη αποτελεί την αφετηρία για ταξίδι με λεωφορείο στη Σόφια, όπου και μία λογοτεχνική συνάντηση, που πάλι αφήνει σκεπτικό τον αφηγητή. Σαν να βιάζεται να ξαναγυρίσει στην πόλη του, στο χώρο του. Και ένα τέταρτο αφήγημα τιτλοφορείται «Σικελικόν απόδειπνο» και περιγράφει την παραμονή κάποιων ημερών στη Σικελία. Ομολογουμένως πιο νοσταλγικό, με αναφορές στο Θουκυδίδη, στη σημερινή Αίτνα αλλά και σε σύγχρονους Σικελούς καλλιτέχνες, τελειώνει με στίχους του Ρίτσου, που δημοσιεύονται σε ιταλικό περιοδικό – και υποδηλώνουν κάποια γλυκιά θλίψη αποχωρισμού: «Πού θα πάμε; -Όλο και πιο πέρα λένε τα μάτια σου». Το ομώνυμο του τίτλου αφήγημα αναφέρεται στα χρόνια του στρατού. Έχω διαβάσει και έχω ακούσει αφηγήσεις ανδρών για τα χρόνια αυτά. Το αφήγημα έχει την ιδιαιτερότητα ότι εστιάζει σε κάτι διαφορετικό: στη συμμετοχή του αφηγητή με τους συστρατιώτες του ως κομπάρσων στην ταινία του Κακογιάννη «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Και δεν είναι ότι γυρίζει νοσταλγικά στα χρόνια του στρατού και στο συγκεκριμένο γεγονός. Είναι ότι ο σκηνοθέτης μάταια αναζητά στα μάτια των φαντάρων-κομπάρσων το βλέμμα της νοσταλγίας. Τι χρώμα έχει η νοσταλγία; Πώς αποτυπώνεται στα μάτι ανθρώπων που ζουν μακριά από την εστία τους; Πότε αποτυπώνεται; Και το χιούμορ του Καραγιάννη παρόν, άλλοτε πιο φανερά και άλλοτε υπόγειο. Μπορεί να πει κανείς ότι τα πέντε αυτά αφηγήματα λειτουργούν φυγόκεντρα προς το βασικό κέντρο αναφοράς, την Κοζάνη, διασπώντας ως ένα βαθμό τον άξονα του τόπου, πλουτίζοντας όμως την αφήγηση με εικόνες και στιγμιότυπα άλλων εμβόλιμων δευτερευόντων κέντρων, κοντινότερων ή πιο μακρινών.
Ωστόσο, θεωρώ ότι το αφήγημα «Το χρώμα της νοσταλγίας» είναι από τα πιο ενδιαφέροντα της συλλογής, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Μαζί και το «Άνεμος…δηλαδή κατά πώς λέν’ έγινε αέρας» - η σημασία του τονίστηκε και πιο πάνω – και με τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, που μιλάει μια γλώσσα «διαφορετική» από τους συμπολίτες του (πιο λόγια), να οδηγείται βήμα βήμα στη γελιοποίηση, στο διασυρμό και, τέλος, στην τρέλα. Από την αναφορά αυτή στα κείμενα που με έθελξαν περισσότερο δεν πρέπει να λείψει και το «Βασιλικός εν τάφω και μαϊδανός στην τάφρο»: το αφήγημα αυτό συνδέει παλιότερες ιστορίες με τωρινά γεγονότα και αποτελεί την πιο έντονη κριτική ματιά στην πραγματικότητά μας που προσπαθεί να εντάξει ανθρώπους από άλλες χώρες, επιτυχώς εν μέρει, ανεπιτυχώς στο τέλος. Αποτελεί παράλληλα μια καθόλου κραυγαλέα, πλάγια, σιωπηλή και κυριολεκτικά υπόγεια ιστορία αγάπης και αφοσίωσης, καθώς ο ξενόφερτος συνεχίζει να λατρεύει την ντόπια γυναίκα του, που τον βόηθησε να νοικοκυρευτεί στον ξένο τόπο, στον τάφο της μέσα από το βασιλικό που βλασταίνει από το σώμα της. Ώσπου ο σαλός του χωριού έρχεται να διαγουμίσει το βασιλικό, και η αρχή του τέλους έχει ξεκινήσει. Να προσεχθεί και σ’ αυτή την περίπτωση η ελαφράδα που προσπαθεί να προσθέσει στο όλο τραγικό τοπίο η γραφή του Καραγιάννη, από τον τίτλο ακόμα.

Οι τύποι-ήρωες των αφηγημάτων παρουσιάζουν συχνά ιδιαιτερότητες και ιδιορρυθμίες στο χαρακτήρα τους, ενώ από την άλλη μεριά έχουν πάντα τη συμπάθεια του αφηγητή. Διακρίνω μια παπαδιαμάντεια διαπραγμάτευση τέτοιων σκηνών, που έχουν σχέση κυρίως με το παρελθόν. Χαρακτηριστικά παραπέμπει και ο τίτλος του τελευταίου αφηγήματος, αν και αυτό διαδραματίζεται κάπου μέσα στη δεκαετία του ’90. Με την οπτική του Παπαδιαμάντη συνδέεται και η γλώσσα, κυρίως σε περιγραφές αποκλινόντων τύπων – χαρακτηριστικά αφηγήματα: «Ο απόλογος χλαίνης», «Η ποιμενική συμφωνία, Μηνάς ο ανέμελος», ίσως και το «Βασιλικός εν τάφω και μαϊδανός στην τάφρο», μολονότι το τελευταίο ακουμπά περισσότερο στις μέρες μας. Στο βιβλίο του αυτό του Καραγιάννη υπάρχει απομάκρυνση από τη βυζαντινή χροιά της γλώσσας, αλλά πολύ συχνά απαντάται ό,τι ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει στο δεύτερο αφήγημά του ως «έντεχνη μεταποίηση της γλώσσας επί το ιδιωματικότερον» (σ.24) – και επί το λογιότερον θα έλεγα – φράση που αποδίδει πολύ καλά τη σύσταση της ιδιολέκτου του.
Ο Βασίλης Καραγιάννης είναι από τους συγγραφείς που βάζουν μια πόλη στο κέντρο της συγγραφής τους, χωρίς με τον τρόπο αυτό να περιορίζουν το ενδιαφέρον των βιβλίων τους – αναφέρω επιπλέον το Βασίλη Αρφάνη-Λαδά και τον Κοσμά Χαρπαντίδη, με πόλεις αναφοράς την Κοζάνη, την Πάτρα και την Καβάλα αντίστοιχα. Φυσικά, ο καθένας κρατά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γραφής του ( στον Λαδά και στον Χαρπαντίδη υπάρχουν κείμενά τους ειδικά αφιερωμένα στις πόλεις που ονομάσαμε, το Ρίον-Αντίριον και η Μανία πόλεως αντίστοιχα): Ο Λαδάς με τη στοχαστική απόχρωση της αφήγησης, που αγγίζει το δοκίμιο, ο Χαρπαντίδης με την ποιητική αφαιρετική αφήγηση, και ο Καραγιάννης με την τόσο προσωπική του ιδιόλεκτο.

Έχουμε, λοιπόν, έναν παπαδιαμαντικό συγγραφέα της εποχής μας; Σε καμιά περίπτωση με την έννοια του αναχρονιστικού, ίσα ίσα με την έννοια του ιδιαίτερου σύγχρονου. Είτε πρόκειται για ιδιοσυγκρασιακή συνάφεια είτε για αφομοίωση αφηγηματικών στοιχείων και γόνιμη αξιοποίησή τους είτε, το πιθανότερο, για συνδυασμό των δύο παραπάνω. Αναφέρω χαρακτηριστικά: τη σκιαγράφηση των προσώπων μέσα σε λίγες γραμμές, ώστε να φανούν αμέσως οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα τους. ο ιδιαίτερος, πολλές φορές αποκλίνων χαρακτήρας των προσώπων αυτών και η τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζονται από το συγγραφέα. η περιγραφή του τόπου μαζί με την περιγραφή των προσώπων, με τρόπο ώστε οι περιγραφές να αποτελούν η μία αναπόσπαστο κομμάτι της άλλης, αφού είτε χωρίς το συγκεκριμένο τόπο/τοπίο είτε χωρίς τα πρόσωπα η αφηγημένη ιστορία δε γίνεται κατανοητή. η γλώσσα, με στοιχεία εκκλησιαστικά, με λόγιες εκφράσεις αλλά και γενικά με ένα προσωπικό ύφος που βασίζεται σε μία ολωσδιόλου ιδιαίτερη ιδιόλεκτο. Βέβαια, η κριτική ματιά του Καραγιάννη, σε όσα διαδραματίζονται στο παρόν αλλά και σε γεγονότα παλιότερα που έζησε ή άκουσε να του αφηγούνται, δίνει στην αφήγησή του τη δική της ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη φωνή.

Περιοδικό
ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τχ. 83/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου