Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

Προσωπική συν-κατάθεση από τα Γρεβενά


Υπό Αντώνη Παπαβασιλείου


Ξεκινώ με γλυκόλογα από τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου στη μνημειώδη δεύτερη έκδοση του ΔΟΜΟΥ, το 2005: Tω αυτώ μηνί H΄, η Σύναξις των Aρχιστρατήγων Mιχαήλ και Γαβριήλ, και των λοιπών ασωμάτων, και ουρανίων ταγμάτων. Oγδόη ουρανίης κυδαίνει τάξιος Aρχούς. Και βάζω αρχή με τους στίχους του για τη σημερινή γιορτή των Ταξιαρχών, για τρεις λόγους:
1ον Ξέροντας πόσο τους αγαπά ο Βασίλης
2ον Και μεις σήμερα –εδώ- τελούμε μικρή σύναξη τιμής και αγάπης στον κόσμο των βιβλίων και των δημιουργών τους, μέγιστη η χαρά όταν είναι και φίλοι
και 3ον το ρήμα «κυδαίνω» που μ’ έβαλε φωτιά και κατά τον Δημητράκο σημαίνει τιμώ μα και ευφραίνω.
Τιμούμε και μεις λοιπόν σήμερα αυτόν που με τα λόγια του μας ευφραίνει μα και μας κάνει να στενάζουμε για την ζηλευτή γραφή του.
Βράδυ παρελθόντος Ιουλίου έτρεξα στα ΚΤΕΛ για να παραλάβω, από αγχωμένο να κλειδώσει θύρες και παράθυρα υπάλληλο, το άρτι τυπωθέν 12Χ17 πόντους τομίδιο των 172 και βάλε σελίδων.
ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ.
Συλλογή Διηγημάτων υπό Βασίλη Π. Καραγιάννη.
Εκδόσεις Γαβριηλίδη – Αθήνα.
Έτυχε τότε να διαβάζω –πειναλέα- των ιδίων εκδόσεων του Πέτρου Μάρκαρη τα βιβλία. Σύμπτωσις και οιωνός άριστος για μια εξαίρετη συνέχεια.
***
Τα άσπρα τον φιλάργυρον ευφραίνουν και χορταίνουν,
τα φαγητά τον λαίμαργον χορταίνουν και ευφραίνουν,
τα ρούχα τον καλλωπιστήν, και άλλα πάλιν άλλο·
τον φρόνιμον δε άνθρωπον -το λέγω και δεν σφάλλω―
ευφραίνει η ανάγνωσις, ευφραίνει το βιβλίον...
γράφει ο σκοπελίτης ποιητής και αγιορείτης μοναχός Καισάριος Δαπόντες το 1781.
Περί βιβλίου σήμερα ο λόγος και θα προχωρήσω απλά και μόνο σε λεξιθηρία, ένα κυνήγι νοήματος μέσα από συλλαβές και λέξειςγια γραφές -και για τον μάστορά τους- που μας χόρτασαν και μας ευφραίνουν.
ΛΕΥΚΟΠΗΓΗ Κοζάνης.
Βιλίστ’ Βιλιζνός κι ο συγγραφέας μας.
Στο χωριό με τον μεγάλο πλάτανο- που κάποτε συμπύκνωσε ένα καλοκαίρι μου, με τον ΑηΠρόδρομο, τα όμορφα μονοπάτια και προσφάτως με βιαίως εγκατασταθείσα κεραία κινητής αποβλάκωσης.
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ.
Πνευματική Επιθεώρηση της Κοζάνης.
Νεαρά 22 ετών, φάρος δημιουργίας στα δυτικομακεδονικά- και όχι μόνο χωράφια του πνεύματος. Αυτουργός, εκδότης και διευθυντής ο Β.Π.-Καραγιάννης.
Τον εγνώρισα παραμονές Μεταμόρφωσις, ως Διευθυντή της Βιβλιο-θήκης Κοζάνης και του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης.
«Ένας πτωχός χαρτοποιμήν και βιβλιο-ασπάλαξ στα πεδινά της ανάγνωσης και στα ρουμάνια της αναζήτησης» όπως ο ίδιος σε δια-δικτυακές σελίδες αυτοπεριγράφεται.
Οινοποιός της γραφής, θα ΄λεγα, με το να φτιάχνει ένα γερό μπρούσκο κρασί ειρωνείας μα και τρυφερότητας, πολλές φορές μάλιστα στυφό για τις «χαδιάρικες γάτες της εξουσίας».
Έφτιαξε δε και την Πόλη του βιβλίου και φιλοκάλησε εκατοντάδα εκδόσεων. Να μια εκ των πλέον αγαπημένων «Πωλούνται βιβλία και πάσης φύσεως χαρτικά» μια περιήγηση στα βιβλιοπωλεία της Κοζάνης κατά το πρώτο ήμισυ του περασμένου αιώνα, από την Αναστασία Παληού.
Με έδρα τώρα επί της Χ. Μούκα 1 στο γραφείο εκείνο της νομικής που διακονεί όμως τα βιβλία και μοιάζει, μάλλον είναι, βιβλιοθηκοπωλείον.
ΕΝΔΟΔΗΜΑ, ΕΠΟΧΙΑΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ:
Στήλη της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ που σπάει κόκαλα και γράφει την πραγματική καθημερινή ιστορία του τόπου, καταπώς ο Βασίλης συνοψίζει την Κοζάνη απ’ τη μεριά του φωτός.
Βλέπε εκεί και το τελευταίον «ο καρυδωμένος παντοκράτωρ» όπου συγκρίνονται δυο εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενοι. Ο ένας άγιος και ο άλλος πολιτικός. Ονόματα δεν λέμε.
Λεξιθηρίας συνέχεια επί της προκείμενης βίβλου. Για κάθε διήγημα και μια λέξη οδηγός. Λέξεις δοσμένες εννοιολογικά από τον επίτομο μου Δημητράκο, λεξικόν που- από σκόνη με τη γλυκύτητα άχνης- ξέθαψα σε βιβλιοράφι της πόλη μας.
ΖΕΜΑΤΙΣΜΑ. «Ηθικόν άλγος, έξωθεν επιβαλλόμενον».
Ζεματισμένος και ο ήρωας του τελευταίου διηγήματος ΕΙΧΕ ΑΓΙΟ ΠΟΥ ΛΕΝ, ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ, την ημέρα μάλιστα της γιορτής του.
Μας ψιθυρίζει η σελίδα 166:
«Αυτός, εγερθείς, πήγε κατευθείαν -όπως τα μόλις εξελθόντα της γιδοκοιλιάς κατσίκια της εποχής σπεύδουν για βύζαγμα στις μητρικές ρώγες- στον οικιακό πίνακα της ΔΕΗ και γύρισε τον αυτόματο διακόπτη του καλοριφέρ (ήταν γαρ η εποχή προ της Τηλεθερμάνσεως), κι αυτό δεν άναψε. Η λανθάνουσα υποψία, μετά την άμεση αυτοψία στο υπόγειο με τους καυστήρες και τα ντεπόζιτα πετρελαίου, έγινε ρίγος βεβαιότητας καυτό και κρύο μαζί, αφού ο πανικός είναι τόσο ευμετάβλητο στα ανθρώπινα, άρα επιδεχόμενο κάθε είδους θερμοκρασία, είδος αισθήματος. Είχε τελειώσει το πετρέλαιο ανήμερα Πρωτοχρονιάς! Κι όλα τα πρατήρια ανεφοδιασμού των ολιγωρούντων, φυσικά, ήταν κλειστά κι ευλογημένα. Είχαν και γιορτή στο σπίτι. Ωχ, εις την 3ην».
Και εδώ η καθημερινότητα, η ίδια η πραγματική ζωή κι όχι εγκεφαλικές αοριστολογίες εφοδιάζουν τον συγγραφέα με καύσιμη ύλη πρώτης ποιότητας.
ΠΑΘΟΣ. Παν ότι πάσχει τις.
Στο ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΝ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ένα ταξίδι προς τη βουλγαρική πρωτεύουσα, στα λευκά του χιονιού Οδύσσεια. Αφορμές σοφίας και γέλιου. Με πρωταγωνιστή διάσημο φωτογράφο της Θεσσαλονίκης μας.
ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Το εύοσμον φυτόν ώκιμον.
Στο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΕΝ ΤΑΦΩ ΚΑΙ ΜΑΪΔΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΤΑΦΡO τα τοπωνύμια εμπλέκονται με ανθρωπωνύμια και ο Θεός κρατά στα κατάστιχα του, λογαριασμό πόνων.
«Πόνος μυλονόπετρας»
ΠΛΗΘΩΡΙΚΟΣ. Εν πλησμονή υπάρχων.
Και η πληθωρική αρχόντισσα, στο ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΕΣ ΕΝ ΓΕΝΕΙ, χαριεντίζεται μεταξύ λύτρωσης ανθρώπινης και της πραγματικής εκ του σκεύους της παλιγγενεσίας, της κολυμβήθρας δηλαδή από την οποία όλοι περάσαμε κατά τη δεύτερη γέννησή μας.
ΛΗΣΤΕΙΑ. Η δι’ ασκήσεως βίας αρπαγή αντικειμένων.
Και στα ΛΗΣΤΡΙΚΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ, το πρώτο εν σειρά διήγημα, μια παλαιοκωστέικου τύπου ληστεία στα Σέρβια θυμίζει Γκαντάρα την εποχή των ΠΕΠ, του ΕΣΠΑ και άλλων αναπτυξιακών ηχηρών αρκτικόλεξων.
ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ. Η λίαν δυσχερής θέσις.
Όπως αυτήν του ταχυδρομικού διευθυντή, στο με καβαφικούς απόηχους ΑΝΕΜΟΣ...ΔΗΛΑΔΗ ΚΑΤΑ ΠΩΣ ΛΕΝ ΕΓΙΝΕ ΑΓΕΡΑΣ.
Τον λυπήθηκα τον άνθρωπο στο τέλος.
ΧΛΑΙΝΑ. Χειμερινόν ιμάτιον εκ παχέος υφάσματος, ριπτόμενον επί των ώμων.
Και στον ΑΠΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΧΛΑΙΝΗΣ φιλάνθρωπα και όχι ιδεολογικά διεξερχόμαστε την μεταπολεμική περίοδο.
Να κάτι που με εντυπωσιάζει στην εποχή του ξύλινου, εντελώς κόντρα πλακέ, λόγου και των σκληρών επιχειρημάτων.
Ο συγγραφέας μας, βλέπει τον μέσα άνθρωπο, τον ανεμοδαρμένο από την ιστορία, κι όχι τον αριστεροδεξιό οπαδό.
Και αυτό το βλέπει κανείς να ξεκινά από την Παρέμαβση και να εκβάλλει μέχρι τα διηγήματα του. Μου τυπώθηκε στο μυαλό και το λαθρεμπορίου καπνού στο Πυλωρί κι όλα τα συν αυτώ βάσανα.
ΡΕΤΣΙΝΑ. Ρητινίτης οίνος.
Ρετσίνες πάνε κι έρχονται και υπερίπτανται κιόλας, στο ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΣΑΝ ΤΑ ΓΛΕΝΤΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.
Και οι ψυχές «κάτι μεταξύ δεντρολίβανου και βασιλικού».
Δεν ξέρω πως τούτο το γλέντι με πήγε σε εκείνο το άλλο μέσα στο παλαιοκαφενείο της πλατείας, της ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ ΕΝΔΟΝ, η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Βασίλη.
Διηγήματα του 95 και του 2008 γεφυρώνουν μνήμες.
ΔΕΥΤΕΡΕΥΩ. Καταλαμβάνω δευτέραν θέσιν.
Κι ο συγγραφεύς μας δείχνει την αγάπη του για τις δευτερεύουσες και όχι τις πρωτεύουσες πολιτείες, στο ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, εισερχόμενος στη συμπρωτεύουσα με οχληρό των ΚΤΕΛ λεωφορείο.
Νομίζω πως χρειαζόμαστε μια πραγματεία για τα δημόσια μέσα μεταφοράς ως αρίστου υλικού για τη λογοτεχνία (ω, του θαυμάσιου εκείνου ΚΤΕΛεωφορείου που μας ανέβαζε από Χανιά στην Χώρα Σφακίων. Τι θα μπορούσε να γράψει ο Καραγιάννης!).
ΜΠΟΥΚΑΛΙ. Φιάλη, μποτίλια.
Μπουκάλα έμεινε κι ο ήρως που μας ξεναγεί στο ΕΝΑ ΚΡΑΣΙ ΓΙΑ ΔΥΟ ΕΝΤΕΛΩΣ, ομιλών περί αρμών και συρμών του πολιτιστικού κυκλώματος, μα και ιχθύων και θαλασσινών που κοσμούν ημερίδες και συμπόσια του πνεύματος.
Το διάβασα απνευστί και εν φωνή ένα βράδυ κατ’ οίκον και προ οικείου ακροατηρίου.
ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ. Ταινία προς επισήμανσιν σελίδων βιβλίου.
Φύλλο λεμονιάς χρησιμοποίησε ο συγγραφέας στον Θουκυδίδη (την έκδοση του Γαλαξία, μετάφραση Αγγέλου Βλάχου) όπου με τρυφερότητα μας εισάγει στο ΣΙΚΕΛΙΚΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ των αναμνήσεων του.
Διαβάζω στη σελίδα 150: «Στη μικρή πόλη με τις πολλές εκκλησίες ήρθε ανέλπιστα και το κόκκινο κρασί “Mπιβόντζι”, ανάμνηση από κείνα τα μέρη του φτωχού αγίου. Γιατί το κρασί δεν είναι η γεύση, η δροσιά το άρωμά του. Eίναι οι μνήμες που έρχονται με αυτό. Πίνεις και θυμάσαι τι έζησες, τι δεν έζησες και με ποιούς..."
ΣΤΡΑΤΟΣ. Πολυπληθές άθροισμα ενόπλων και οργανωμένων ανθρώπων προς πολεμικούς σκοπούς.
Η στρατιωτική θητεία κυρίαρχη στο Χρώμα της Νοσταλγίας, το διήγημα που βάφτισε και το βιβλίο μας.
Και μάλιστα θητεία με πολιτιστικές εκγυμνάσεις σε ταινία του Κακογιάννη.
Ιδιότυπος στίβος μάχης. Η Καραγιάννειος ειρωνεία στα φόρτε της.
ΣΟΥΡΑΥΛΙ. Ποιμενικός αυλός.
«Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή...Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι' αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι».
Αυτά είναι από τον δάσκαλο του ωδείου που φοίτησε ο Βασίλης, ήγουν τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη εκ νήσου Σκιάθου.
«Έπαιζε και την φλογέρα ωραία, έκπαλαι» ο Σαλομηνάς στο Η ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ «ΜΗΝΑΣ Ο ΑΝΕΜΕΛΟΣ».
Κατσικάκι γάλακτος το διήγημα αυτό και δώστε αυτί στη σελίδα 67:
«Eκατοντάδες ξυλόγλυπτες γκλίτσες, πιάτα, κουτάλια, κουτάλες - ανακάτευε με μια αργασμένη τέτοια η μάνα το πασχαλινό ρυζόγαλο- βγήκαν από μια τέχνη των χεριών του, τέχνη που ενδημούσε και συνεχιζόταν από μίμηση σε μίμηση, από τσοπάνο σε ποιμένα, από μαθητεία σε θητεία. Eφτιαξε από πυξάρι μέχρι και δόντι το σφήνωσε και το φορούσε ως την κανονική αποκατάστασή του, να καλύψει της οδοντοστοιχίας το αισθητικό κενό. Είχε εργαλεία παλαιϊκά αλλά πολύτιμα με όλο το χρόνο και τα συμπαρομαρτούντα του πάνω τους. Κοφτερά αιθέρας, ίσια μακρουλά, γυριστά. Tου τα έκλεψαν διερχόμενοι Aλβανοί, που τους είχε βάλει, με αμοιβή κανονική, να μαζέψουν την κοπριά από τη στάνη στο Γομαρόλακκο. Tους ήταν εντελώς άχρηστα αλλά, έτσι, από το συνήθειο της φυλής, το έπραξαν. Tα θρήνησε σαν παιδιά του.
Mόνιμα πεινασμένος για τσιγάρο από τα στούκας της κούτας έως τα μονά καρέλια κι έθνος εξαιρετικά ή το αλησμόνητο 5αρι Παπαστράτος. O γαλατάς της μέρας, που ερχόταν στη στάνη ν’ αρμέξουν και να πάρει το γάλα σύμφωνα με τον γαλομέτρο, πρώτα τσιγάρα απέθετε εντός της ντραγατσίκας, φόρος εισελεύσεως, και μετά τα άλλα είδη εστιάσεως. Δεν φάνηκε ποτέ στον ορίζοντα ατσίγαρος βοσκός».
***
Κλείνοντας τα αποψινά, ανοίγω εισαγωγικά, με τα λόγια του Βασίλη από εορταστικόν άρθρο του:
«Mόνο όσοι άφησαν τους εαυτούς τους αναγνωστικά αταξίδευτους, δεν γνωρίζουν τι κόσμους άφησαν να περάσουν από δίπλα τους, όπως το νερό μέσα από τη χούφτα τους, χωρίς να τους γνωρίσουν. Kι είναι λειψοί κι ας μην νιώθουν την έλλειψη αυτή εντός τους, το ότι δεν έγιναν δηλαδή κοινωνοί μιας πανανθρώπινης ευαισθησίας, εμπειρίας και γνώσης δια της γραφής και της ανάγνωσης.Οι αναγνώστες είναι λοιπόν οι πλέον ταξιδεμένοι άρα και πιο τυχεροί άνθρωποι».
Τέτοιας τύχης, φίλοι μου, μακάρι να αξιωθούμε όλοι μας.
Σύνοψις των άνωθεν;
Μικρό πλήν όμως θαυματουργό το βιβλίο τούτο.
Διαβάστε το!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου