Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

"Εμπειρος, λεπταίσθητος και ακούραστος αφηγητής


Του Αντώνη Κάλφα

Ο Βασίλης Καραγιάννης (Λευκοπηγή Κοζάνης, 1953) υπηρετεί με συνέπεια πολλά είδη του λόγου (χρονογράφημα, τοπική ιστορία, μελέτη, εκδοτική τέχνη, προλογύδρια, ποίηση και πεζογραφία). Στη λογοτεχνία εμφανίζεται με τη συλλογή Περιπλάνηση ένδον (διηγήματα, 1995), Εσωτερική βραδυπορία (ποίηση, 1997), Τα 6,6 της σκηνοπηγίας (διηγήματα, 2000), Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω (διηγήματα, 2007), Οι χάρτες των ονείρων μας (αφηγήσεις, 2001), Το χρώμα της νοσταλγίας (διηγήματα 2008).
Στα 53, αν μετράω σωστά, μέχρι σήμερα διηγήματα του Καραγιάννη, συμπεριλαμβανομένης και της συλλογής Το χρώμα της νοσταλγίας στην οποία περιλαμβάνονται 13 διηγήματα, μπορούμε να διακρίνουμε τα βασικά στοιχεία της θεματολογίας και της τεχνικής του. Βασικά του θέματα είναι: 1. Η τοποφιλία (η κοζανίτικη/δυτικομακεδονική ενδοχώρα, το ευρύτερο μακεδονικό τοπίο με κέντρο τη Θεσσαλονίκη, η καθ΄ ημάς βαλκανική ενδοχώρα). 2. Ο κόσμος της καθημερινότητας: αστικής και αγροτικής. Η βιωματική αμεσότητα στην περιγραφή και αξιοποίηση του υλικού των αφηγημάτων του (καθημερινές καταστάσεις, συμπεριφορές θεσμών αλλά και παρατηρήσεις οξυδερκείς για πλευρές της καθημερινής βιοπάλης). 3. Χιούμορ, ειρωνεία και κριτική των ιδεών (κομμάτι της κοζανίτικης παράδοσης από τη μια αλλά ταυτόχρονα και απόρροια του εξασκημένου κριτικού τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας ασκεί κριτική). 4. Τέλος, ένα άλλο χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής του δουλειάς είναι και η με ποικίλους τρόπους επανερχόμενη θρησκευτικότητά του (είτε αυτή είναι ρητή και αφορά περιγραφές και εικόνες είτε βρίσκεται διάχυτη, ως διακείμενο, στους αρμούς της μεταφοράς, της εικονοποιίας κλπ). Στο επίπεδο της τεχνικής υλοποίησης των ανωτέρω ο έμπειρος, λεπταίσθητος, και ακούραστος αφηγητής χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους. 1. Αξιοποιεί για παράδειγμα τη συνειρμική γραφή (από αλλού ξεκινάει και άλλα αφηγείται). 2. Εμπιστεύεται τη λειτουργία της μνήμης, τεχνική που γνωρίζουμε από τον δεινό πεζογράφο και μαιτρ του είδους Πεντζίκη αλλά και από τον οικειότερο και λυρικότερο συγγραφέα της Πρωτεύουσας των προσφύγων Γιώργο Ιωάννου. («Η μόνη πραγματικότητα είναι τελικά η μνήμη. Αυτή μένει συνεχώς ή τουλάχιστον περισσότερο, αφού η υλική στιγμή της πραγματικότητας μετά την παρέλευσή της δεν υπάρχει, έγινε αμέσως άυλο παρελθόν» (σ. 149). 3. Χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο και την εσωτερική εστίαση ακόμα και όταν μιλά στο τρίτο, στις περιγραφές του δηλαδή κατά την περιπλάνησή του στον κόσμο των ηρώων και των συμβάντων τους. 4. Τέλος, αξιοποιεί την εκφραστική δύναμη της γλώσσας είτε κομματιάζοντάς την εμφατικά (ι-ερωμένος), είτε χρησιμοποιώντας την ειρωνικά προς εξαγωγήν συμπερασμάτων άλλης τάξεως (έτσι λειτουργούν για παράδειγμα οι καθαρευουσιάνικες λέξεις: η ατελέσφορος εκδίκηση της απωλεσθείσης χλαίνης, σ.53), είτε πολύ συχνά χρησιμοποιεί το λαϊκό, ενίοτε κοζανίτικο ιδίωμα, προκειμένου να δώσει αμεσότητα, φρεσκάδα αλλά και αμετάφραστην εις την νεοελληνικήν κοινή ευδαιμονία («Κι έπρεπε να καρφώσεις για τα όπλα; Τι κατάλαβες; Αλλά τέτοια ζλάπια που είστε, μόνον αυτά μπορείτε. Σας στραγγίζουν και μετά στα γουρούνια. Ου να χαθείς, χαμένε!», σ. 53). (Περισσότερα μπορεί να μάθει ο φιλέρευνος αναγνώστης από το τομίδιο Λόγοι κι απόλογοι στα 6,6 της σκηνοπηγίας του Β. Π. Καραγιάννη, Παρέμβαση 2000, κυρίως σσ. 11-31α για το γενικότερο κλίμα των κοζανιτών συγγραφέων βλ. επίσης και το ευαίσθητο τομίδιο του Μάκη Καραγιάννη Η αισθητική της ιθαγένειας, Παρέμβαση 2001).
Από τα 13 εν όλω κείμενα τα μισά από αυτά (7 τον αριθμό) έχουν ως σκηνή και θεματολογία κοζανίτικες εμπειρίες, τοποθεσίες και συμβάντα. Πρόκειται για τα ωραιότερα διηγήματα του βιβλίου και ίσως τουλάχιστον τρία από αυτά τα καλύτερα που έγραψεν ο παντογράφος (για να θυμηθούμε τον Έκο) Β. Κ. Στο πρώτο και λίαν πρωτότυπο διήγημα της συλλογής «Ληστρικά παραγγέλματα» η αφορμή δίνεται από τη ληστεία μιας τράπεζας στο υποκατάστημα της μικρής πόλης των βυζαντινών κάστρων. Το διήγημα ξεκινά εντυπωσιακά αφού η πρώτη φράση έχει ως εξής: «Άνοιξε το γραμματοκιβώτιο, ρε πούστη!». Το λάθος της προσταγής (χρηματοκιβώτιο και όχι γραμματοκιβώτιο), η μικρή απροσεξία του ληστού, δίνει το έναυσμα στον αφηγητή να μιλήσει για τον θεσμό της ληστείας παλαιότερα (επρόκειτο και για κοινωνική προσφορά· προίκες, χαρίσματα ποικίλα κ.λπ) αλλά και σήμερα (καταθέσεις που οδηγούν σε κερδοφορία των τραπεζών αλλά και στην μικροαστικήν αναλγησία των ίδιων των ληστών). Το βλέμμα ωστόσο του αφηγητή στρέφεται εδώ και στο αλλοτριωμένο κοζανίτικο τοπίο: τρακτέρ σταυλισμένα, σκουπίδια που τσιμπολογούν κότες, η λίμνη Πολυφύτου και οι αλλαγές του μικροκλίματος κλπ). Στο δεύτερο διήγημα ο Κ. εμπνέεται από την παράδοση του κοζανίτικου χιούμορ. Ο διευθυντής του ταχυδρομείου οδηγείται στο ψυχιατρείο από μια απλή, απλούστατη αιτία. Καθώς προσπαθούσε να πιάσει το καπέλο του από τον τυχαίο άνεμο της στιγμής, μετατράπηκε σε περίγελω της πόλης αφού η φράση του «Μα τι άνεμος είναι αυτός» συνδέθηκε με το γυμνό κρανίο του (ημιάδεια στο κέντρο κορυφή, γράφει ο συγγραφέας) και εν συνεχεία η λέξη άνεμος, προφερόμενη από ποικίλους τύπους και ομάδες της πόλεως (χασάπηδες, μανάβηδες, ψιλικατζήδες κ.λπ) σπρώχνουν στο περιθώριο και την πλήρη απαξίωση. Ακόμα και η μετάθεσή του στην μακρινή Τρίπολη δεν στέκεται ικανή να εμποδίσει τη φιλοπαίγμονα, κατεδαφιστική όρεξη των Κοζανιτών· και εύγε τους!
Στο ώριμο, ευτράπελο διήγημα της συλλογής «Η ποιμενική συμφωνία ‘Μηνάς ο ανέμελος’» η πενταμερής βιτριολική δομή του παρμένη από την συμφωνική μουσική εξιστορείται ο βίος και η πολιτεία του ποιμένος Μηνά, τα ανδραγαθήματά του, οι μικροαδικίες, οι μπελάδες με τους συχωριανούς, την τοπική εξουσία και πλείστους άλλους παράγοντες της μικρής αγροτικής κοινωνίας. «Κάποια δε φορά, ως άκων εμπρηστής μεγάλης εκτάσεως στο βουνό, ότι άναψε φωτιά να ψήσει καλαμπόκι και κάηκε η πλαγιά ελάτων, κατάφερε κι έμεινε το όνομά του ως τοπωνύμιο, ‘Του Μηνά το καμένο’. Πάλι καλά, η τοπική ιστορία τον κατέγραψε. Άλλους τους πέρασε ξώφαλτσα κι ας είχαν περισσότερα χρόνια ποιμενικής υπερορίας. Ήταν ο λογιότερος των ποιμένων». Κοζανίτικης/δυτικομακεδονικής ταυτότητας είναι άλλα τέσσερα διηγήματα: ο «Απόλογος της χλαίνης» δεν είναι μόνο μια πλούσια λαογραφική τεκμηρίωση του ενδύματος αυτού όσο κυρίως η πρόσληψή του από τους ΤΕΑτζήδες κλπ. της υπαίθρου σε καιρούς χαλεπούς και μετεμφυλιακούς. Στις «Κολυμβήθρες εν γένει» ο λόγος είναι για μια κολυμβήθρα εντός της οποίας ενεβαπτίσθησαν εκατοντάδες παιδιά πλην όμως η ίδια υπήρξε δωρεά μιας γυναίκας αμφιβόλων ηθών. Μικρά στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή περιέχουν τα διηγήματα «Βασιλικός εν τάφω και μαϊδανός στην τάφρο», το «Είχε άγιο που λέν, στα χιόνια».
Από τα αυτοβιογραφικά/βιωματικά κείμενα του τομιδίου συγκλονιστικό είναι το διήγημα που φέρει και τον τίτλο της συλλογής και στο οποίο αποτυπώνεται η ψυχική κενότητα, ο ιδεολογικός πειθαναγκασμός και η απουσία γνήσιου ήθους πολιτισμού όταν κάπου 8 χιλιάδες νεοσύλλεκτοι παρατάσσονται στην παραλία της Κορίνθου για τις ανάγκες της ταινίας του Κακογιάννη «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» με την αυταρχική όσο και παράλογη προτροπή «Να κοιτάτε όλοι με νοσταλγία το πέλαγος...»! Ποιο είναι λοιπόν το χρώμα της νοσταλγίας; «Κοιτάγαμε ο ένας τον άλλον. Όλοι ίδιοι. Γυμνοί και κουρεμένοι στο σώμα, κουρσεμένοι στην ψυχή. Το μυστήριο της φύσης μας να κρέμεται ως η τελευταία μαραμένη υπόμνηση της εγκοσμιότητάς μας.» (σ. 160).
Δύο διηγήματα της συλλογής επαναφέρουν με λογοτεχνικό τρόπο τις απόψεις του συγγραφέα γύρω από τους πολιτισμικούς θεσμούς της χώρας, της Μακεδονίας ειδικότερα και της Θεσσαλονίκης ειδικότατα: στο εριστικό κείμενο με τον εύγλωττο τίτλο «Επιδρομή στην πρωτεύουσα των προσφύγων» θεματοποιούνται νεοελληνικές συμπεριφορές εξ αφορμής μιας διαδρομής προς Θεσσαλονίκη: πατικωμένοι άνθρωποι στο λεωφορείο, κλειστή η Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης ημέρα Σάββατο («Στην επαρχία μας είναι ανοιχτό το Μουσείο κάθε μέρα»). Στο ιδίου κλίματος «Ένα κρασί για δύο εντελώς» προεξάρχει η προσωπικότητα του Κώστα Λαχά χωρίς να κατονομάζεται. Αντικείμενό του αφηγήματος είναι η παραπολιτιστική συμπεριφορά των επωνύμων της έμμισθης πολιτιστικής κρατικής υπαλληλίας, η οποία κατακλύζει τις ανάλογες συνάξεις: «υπήρχαν δεκάδες παρόμοια, μέχρι και νηστίσιμα διέθετε η υπηρεσία κοιλιακών εκδουλεύσεων για κάθε χριστιανό, γύρωθεν των οποίων είχε συγκεντρωθεί το απολυμένο κι αποκαθαρμένο από τα γήινα, δι’ ολίγον, λεφούσι του Βέρντι».
Τέλος, σε δύο διηγήματα η δράση απομακρύνεται από τον γενέθλιο τόπο προκειμένου να περιγραφούν εξωελληνικοί θεσμοί και εμπειρίες. Στο «Σικελικόν απόδειπνο» προέχει η ελληνική εμπειρία στην ιταλική/σικελική γη εξ αφορμής μιας επίσκεψης, μια εντελώς υποκειμενική ανάγνωση της ταξιδιωτικής ηδονής· παρόμοια κείμενα έχει γράψει και άλλα ο Κ. Στο απείρως πιο ενδιαφέρον πολιτισμικά «Λεωφορείον το πάθος» αποδίδεται η βαλκανική εμπειρία ενός ταξιδιού από την πρωτεύουσα των προσφύγων στην πρωτεύουσα των Βουλγάρων με σκοπό καλλιτεχνικό, την απονομή δηλαδή ενός βαλκανικού βραβείου (οι σχετικές αναφορές ταιριάζουν απολύτως με την πρόσφατη μυθιστορηματική και λίαν πειστική περιγραφή του παρασκηνίου των βραβείων όπως αυτές τις χειρίζεται ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στο βιβλίο του Τι ζητούν οι βάρβαροι): «Και ύστερα από διαβούλευση η επιτροπή, απαρτιζόμενη από έναν ποιητή Βούλγαρο, ένα λογοτέχνη κι ένα βιβλιοπώλη εκ Θεσσαλονίκης, το γιο του εκ Σκοπίων αντιπροσώπου· άλλοι Βαλκάνιοι δεν ήρθαν ελλείψει εισιτηρίων για το λεωφορείο· κι ενός παρατηρητή των διαπραγμάτων, μοίρασε με σολομώντεια απλότητα τα βραβεία στον Σκοπιανό, αλλά και σε Αλβανό ποιητή και υπουργό, παρακαλώ, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων!» (σ. 130).
Ο Βασίλης Καραγιάννης με «Το χρώμα της νοσταλγίας» μάς έδωσε την καλύτερη μέχρι σήμερα λογοτεχνική δουλειά του: γραφή προσεκτική, με πλούσια γλώσσα (από την ιδιωματική ντοπολαλιά μέχρι την καθαρεουσιάνικη εκδοχή της εξουσιαστικής γλώσσας), ματιά ανοιχτή και κριτική. Παρατηρητικός, βαθιά εξωστρεφής, βαλκάνια ευρωπαίος και με πολλά διαβάσματα μπορεί να δώσει ακόμα περισσότερα (το τελευταίο αποτελεί καίρια παρατήρηση του Μ. Καραγιάννη) αν περιορίσει κάπως τις ισχυρές κοινοτικές ροπές του και την ανάλωσή του στα της πόλεως δεινά (πράγμα που ομολογώ πως δεν εύχομαι!).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου